Σε μια εποχή που ο τουρκικός στρατός διεξάγει ευρείες και αιματηρές επιχειρήσεις κατά των Κούρδων του ΡΚΚ στην Τουρκία και βομβαρδίζει σε τακτικά διατήματα θέσεις στο Βόρειο Ιράκ, πρόσφατα μάλιστα είχαν αναπτυχθεί και για μερικές μέρες τουρκικά στρατεύματα βαθειά στο εσωτερικό του Ιράκ (χωρίς όμως με τη συνήθη αποστολή - καταπολέμηση των Κούρδων στο Βόρειο Ιράκ), και απειλεί με παρέμβαση στη Βόρεια Συρία ενάντια στα στρατεύματα των Κούρδων της Συρίας (YPG / YPJ), συσφίγγει, σχεδόν επιδεικτικά, τη συνεργασία με την Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση (KRG) στο Βόρειο Ιράκ. Η συμμαχία της Τουρκίας με τον πρόεδρο της KRG Μασούντ Μπαρζανί έχει ήδη εγείρει σοβαρές ανησυχίες μεταξύ των άλλων γειτονικών άλλων χωρών, ιδίως με το Ιράν.
Η αυξανόμενη σημασία των σχέσεων Τουρκίας-KRG φαινεται από την πρώτη επίσκεψη στο Βόρειο Ιράκ ενός επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας, Φεριντούν Σινιρλιόγλου (αν το μεταφράζω σωστά από τα τουρκικά δημοσιεύματα), μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου στην Τουρκία. Η επίσκεψη αυτή έλαβε χώρα στην πρωτεύουσα της KRG - Ερμπίλ. Στις 9 Δεκεμβρίου, λίγες ημέρες μετά την ανάπτυξη/εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στην ιρακινή επαρχία της Νινευή ο Μασούντ Μπαρζανί αφίχθη στην Άγκυρα, όπου συναντήθηκε τόσο με τον πρωθυπουργό Νταβούτογλου, καθώς και με τον πρόεδρο Ερντογάν, καθώς και με εκπροσωπους της τουρκικής μυστικής υπηρεσίας - ΜΙΤ. Αυτή ήταν η πρώτη επίσκεψη ενός Κούρδου προέδρου στην πρωτεύουσα της Τουρκίας και η πρώτη συνάντηση με τον Τούρκο αρχηγό του κράτους, παρά το γεγονός ότι ο Μπαρζανί συναντήθηκε ήδη το 2013 με τον Ερντογάν, αλλά αυτό ήταν στο Ντιγιαρμπακίρ, και ο Ερντογάν δεν ήταν ακόμα πρόεδρος, αλλά ο πρωθυπουργός της Τουρκίας.

Ο ηγέτης των Τούρκων εθνικιστών - MHP, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, με ένα μάλλον υστερικό ύφος σχολίασε σχετικά με τη συνάντηση με τον Μπαρζανί ως επικεφαλής κράτους, και ότι όλα αυτά αποτελούν ένα είδος αποδοχής από τις τουρκικές αρχές του σχεδίου για την δημιουργία του Μεγάλου Κουρδιστάν και την απώλεια του ελέγχου επί της Ανατολικής Τουρκίας (τουρκικό Κουρδιστάν). Ο Μπαχτσελί αναφέρθηκε και στο αντάρτικο πόλης των Κούρδων, το οποίο μέχρι στιγμής δεν συνιστά πραγματική απειλή για την ακεραιότητα της Τουρκίας, αν και η κατάσταση μπορεί να αλλάξει μέσω τρίτης χείρας - Ρωσία. Αλλά σίγουρα όχι ως αποτέλεσμα της Ερμπίλ. Πάντως, για να το θέσω πιο ήπια, η εχθρότητα, μεταξύ των Τούρκων και των Κούρδων εξακολουθεί να κυριαρχεί στις ανθρώπινες σχέσεις τους, τις διαπροσωπικές, αν θέλετε και αλλιώς.
Ωστόσο, για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνδέει την Άγκυρα και την Ερμπίλ, και πώς επηρεάζει την κατάσταση αυτή η σχέση, θα πρέπει να εξετάσουμε τα δρώμενα υπό το πρίσμα και των δύο πλευρών, έστω και συνοπτικά. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '90, μετά τον πόλεμο του Κόλπου υπήρχαν διάφορες ιδέες σχετικά με την κουρδική κάρτα της Τουρκίας, προκειμένου να αποκατασταθεί η (νεο)οθωμανική επιρροή στη Μέση Ανατολή. Αυτό αφορά τα σχέδια του Τουργκούτ Οζάλ, ως πρωθυπουργός και στη συνέχεια ως πρόεδρος από το 1983-1993, όπου μετά τον πόλεμο του Κόλπου προσπάθησε να προσαρτήσει το βόρειο τμήμα του Ιράκ και τη Συρίας και να δημιουργήσει κάποιο είδος τουρκο-κουρδικής ομοσπονδία. Ο Οζάλ, ο οποίος ήταν και ο ίδιος μισο-Κούρδος, ήθελε επίσης να τερματιστεί η σύγκρουση με το ΡΚΚ μέσω διαπραγματεύσεων.
Και είναι ακριβώς λόγω αυτών των σχεδίων που το 1983 δηλητηριάστηκε από τον τουρκικό στρατό. Η περίπτωση του Οζάλ είναι σημαντική από την άποψη του τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Τουρκία, επειδή ο Ερντογάν, 10 χρόνια μετά τη δολοφονία του Οζάλ, κατά κάποιο τρόπο συνέχισε την πολιτική του έναντι των Κούρδων. Επιπλέον, το κόμμα του Ερντογάν έχει μια ομάδα που συνδέεται με τους πολιτικούς του Πατριωτικού Κόμματος, του οποίου ηγέτης ήταν ο Οζάλ. Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η διαφορά μεταξύ του Οζάλ και του Ερντογάν είναι, μεταξύ άλλων, ότι ο Οζάλ ακολούθησε μια πολιτική πιστος στο ΝΑΤΟ, και κυρίως τις ΗΠΑ. Η Τουρκία υπό την ηγεσία του υποστήριξε την πρώτη επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ, ενώ η Τουρκία υπό την ηγεσία του Ερντογάν αρνήθηκε την υποστήριξή της κατά τη διάρκεια της δεύτερης παρέμβασης/επέμβασης.
Παρά το γεγονός ότι από αυτές τις ιδέες του Οζάλ εχουν περάσει κάπου 25 χρόνια, η δημιουργία μιας κουρδο-τουρκικής (συν)ομοσπονδίας όχι μόνο δεν έχει χάσει τη σημασία της, αλλά αντίθετα, εξακολουθεί να είναι πολύ επίκαιρη. Το θέμα είναι ότι αν και τα δύο μέρη (Κούρδοι και Τούρκοι) έχουν να κερδίσουν πάρα πολλά από μια τέτοια εξέλιξη, δεν είναι έτοιμοι για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ιδίως οι Τούρκοι, λόγω του εθνικισμού τους.